ΤΟ ΔΙΚΑΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΈΝΩΣΗΣ

146 ΤΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ ΤΗΣ ΕΝΩΣΗΣ του ισχύοντος εθνικού δικαίου, ανεξαρτήτως του συνταγματικού ή μη χαρακτήρα του». 615 Η συνειδητοποίηση, ωστόσο, της σοβαρότητας του θέματος, το οποίο συνδέεται αναπό- σπαστα με τη νομιμοποίηση της κοινοτικής δράσης, επέτρεψε να εξετασθεί εκ νέου, υπό το πρίσμα αυτή τη φορά της τεχνικής των γενικών αρχών του δικαίου. Πράγματι κατά το Δικαστήριο τα θεμελιώδη δικαιώματα του ατόμου «περιλαμβάνονται στις γενικές αρχές του κοινοτικού δικαίου, των οποίων το σεβασμό εξασφαλίζει το Δικαστήριο». 616 Κατά νε- ότερη διατύπωση, ναι μεν «ο σεβασμός των θεμελιωδών δικαιωμάτων αποτελεί ανα- πόσπαστο τμήμα των γενικών αρχών του δικαίου, η τήρηση των οποίων εξασφαλίζεται από το Δικαστήριο», ωστόσο «η προστασία αυτών των δικαιωμάτων, εμπνεόμενη από τις κοινές συνταγματικές παραδόσεις, πρέπει να εξασφαλίζεται μέσα πλαίσιο της δομής και των στόχων της Κοινότητας». 617 Με βάση αυτή τη λογική, η νομολογία του Δικαστηρίου διαμόρφωσε ένα υψηλό επίπεδο προστασίας, αντάξιο των υψηλών προοπτικών και στό- χων που επιδιώκει η έννομη τάξη της Ένωσης. Α. Δικαστική προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων Η ανάγκη να προστατευθούν νομολογιακά τα θεμελιώδη δικαιώματα στην κοινοτική έν- νομη τάξη απαιτούσε ένα πλαίσιο αρχών που το Δικαστήριο δεν άργησε να προσδιορίσει. Κατ’ αρχάς, δεν επιτρέπεται να υιοθετούνται κοινοτικές πράξεις, οι οποίες είναι ασυμβί- βαστες με τα θεμελιώδη δικαιώματα που αναγνωρίζονται και διασφαλίζονται από τα συ- ντάγματα των κρατών μελών. Εν συνεχεία, αυτά τα θεμελιώδη δικαιώματα συνιστούν κοι- νές αρχές οι οποίες πρέπει να προστατεύονται και στην Κοινότητα ως γενικέ αρχές του κοινοτικού δικαίου. Οι διεθνείς μηχανισμοί προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, τους οποίους προσυπέγραψαν και κύρωσαν τα κράτη μέλη, δύνανται επίσης να παρέχουν ενδείξεις, οι οποίες πρέπει να λαμβάνονται υπ’ όψη στο πλαίσιο του κοινοτικού δικαίου. Τέλος, τα θεμελιώδη δικαιώματα δεν αποτελούν απόλυτες προνομίες: όπως συμβαίνει σ’ όλα τα εθνικά συνταγματικά πλαίσια, πρέπει να θεωρούνται εν όψει της κοινωνικής λειτουργίας των προστατευομένων αγαθών και δραστηριοτήτων. Επομένως, είναι εύλο- γο να επιφέρονται περιορισμοί στην άσκηση των εν λόγω δικαιωμάτων, οι οποίοι δικαιο- λογούνται από τους στόχους γενικού συμφέροντος που επιδιώκει η Ένωση, υπό τον όρο να μην προσβάλλεται η ουσία τους. 618 Οι αρχές αυτές επέτρεψαν στο Δικαστήριο να καθιερώσει ένα αυτόνομο πλαίσιο προ- στασίας για τα θεμελιώδη δικαιώματα. Έτσι, αναφορικά με το θεμελιώδες δικαίωμα της ιδιοκτησίας, το Δικαστήριο έκρινε ότι πρέπει να προστατεύεται στο επίπεδο της Ένωσης 615. ΔΕΚ, 15.7.1960, Comptoirs de vente de la Rhur, υπόθεση 36/59, Συλλογή 1960, σελ. 857. 616. ΔΕΚ, 12.11.1969, Stauder/Stadt Ulm, υπόθεση 29/69, Συλλογή σελ. 419, σκέψη 7. Κατά τον Μ. Περά- κη, το Δικαστήριο υιοθέτησε την «εφευρετική» έκφραση από το παραπέμπον Verwaltungsgericht της Στουτγάρδης, το ερώτημα του οποίου αφορούσε το εάν η αναφορά ονόματος όσων δικαιούνταν κοινω- νικής αρωγής προς απόλαυση ενός προνομίου ήταν σύμφωνη με τις «γενικές αρχές του ισχύοντος κοι- νοτικού δικαίου» που συνέχονταν προς το δικαίωμα στην ιδιωτική ζωή και στα προσωπικά δεδομένα. 617. ΔΕΚ, 17.12.1970, Internationale Handelsgesellschaft, υπόθεση 19/70, Συλλογή 1970, σελ. 1125. 618. ΔΕΚ, 14.5.1974, Nold, υπόθεση 4/73, Συλλογή 1974, σελ. 508.

RkJQdWJsaXNoZXIy NDg3NjE=