ΤΟ ΔΙΚΑΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΈΝΩΣΗΣ

ΟΙ ΠΗΓΕΣ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΤΗΣ ΕΝΩΣΗΣ 209 σε ένα ή περισσότερα κράτη μέλη, ωστόσο η πρακτική έχει αποδείξει ότι αφορά συνήθως το σύνολο των κρατών, οπότε και μετατρέπεται σε πράξη γενικής ισχύος. 830 Αντίθετα, η προβλεπόμενη μόνο για το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα δεσμευτικότητα της Οδηγίας, διασφαλίζει σε μεγάλο βαθμό την ελευθερία των κρατών ως προς τον τύπο και τα μέσα με τα οποία εφαρμόζεται (νόμος, διάταγμα, υπουργική απόφαση). Υπό το πρίσμα αυτό, η Οδηγία λειτουργεί ως Οδηγία-πλαίσιο και εντάσσεται σε μια ομοσπονδιακή προ- οπτική. Σχετική εν προκειμένω είναι η επίδραση της αρχής της επικουρικότητας, αλλά και της αναλογικότητας, έτσι όπως το προβλέπει το άρθρο 296 ΣΛΕΕ. Είναι γεγονός ωστόσο ότι κατ’ εξοχή το Συμβούλιο προέκρινε την υιοθέτηση λεπτομε- ρών Οδηγιών και πρόσφατα Κανονισμών, ιδίως στον τομέα της Οικονομικής Ένωσης, έτσι ώστε να αποτραπεί ο κίνδυνος διαφορετικών εθνικών ρυθμίσεων που θα μπορού- σαν να οδηγήσουν σε αθέμιτο ανταγωνισμό μεταξύ των κρατών μελών ή σε στρεβλώσεις του ανταγωνισμού. Στις περιπτώσεις αυτές, η λεπτομερής διατύπωση των Οδηγιών δεν αφήνει περιθώρια επιλογής στα κράτη μέλη, εκτός όσον αφορά την μορφή της πράξης. Οι Οδηγίες σχεδόν πάντοτε περιλαμβάνουν μια προθεσμία ενσωμάτωσης τους στο εσω- τερικό των κρατών μελών, η οποία διαμορφώνεται ανάλογα με το μέγεθος των αλλαγών που απαιτούνται στο εσωτερικό των εθνικών εννόμων τάξεων. 831 Κανονικά, οι έννομες συνέπειες της Οδηγίας αρχίζουν μετά την λήξη της προθεσμίας ενσωμάτωσης. Ωστόσο, η νομολογία του ΔΕΕ περιλαμβάνει αποφάσεις, καίτοι μεμονωμένες, που απαιτούν από τα κράτη να μην παρεμβαίνουν κατά τη διάρκεια της προθεσμίας ενσωμάτωσης, υιοθε- τώντας κανονιστικές πράξεις υπονομευτικές των σκοπών που επιδιώκει μια Οδηγία. 832 Η ίδια στάση υιοθετήθηκε και με αφορμή την εφαρμογή μιας Οδηγίας σχετικής με την τήρη- ση της αρχής της μη διάκρισης λόγω ηλικίας, αν και η κρατούσα γνώμη είναι ότι το θέμα αφορούσε την εφαρμογή αυτής της αρχής και όχι την Οδηγία που απλά την συγκεκριμε- νοποιούσε. 833 Ο τρόπος ενσωμάτωσης μιας Οδηγίας αποτέλεσε αντικείμενο της νομολογίας. Το ΔΕΕ έχει κατ’ επανάληψη τονίσει την υποχρέωση των κρατών μελών να ενσωματώνουν τις Οδη- γίες στο εσωτερικό τους δίκαιο με πράξεις αναμφισβήτητης δεσμευτικότητας, με τρόπο σαφή, ειδικό και καθαρό, ώστε να ικανοποιείται η αρχή της ασφάλειας δικαίου, ιδίως όταν δημιουργούνται δικαιώματα υπέρ των ιδιωτών. 834 Υπό το πρίσμα αυτό, η ύπαρξη μιας διοικητικής πρακτικής που είναι σύμφωνη με την Οδηγία δεν σημαίνει ότι η τελευ- ταία δεν πρέπει να ενσωματωθεί στο εσωτερικό δίκαιο. Η ενσωμάτωση δεν μπορεί να γί- 830. ΔΕΚ, 22.2.1984, υποθ. 70/83, Kloppenburg, Συλλογή 1984, σελ. 1075. 831. Βλ. σχετικά τη Διοργανική Συμφωνία των τριών νομοθετικών οργάνων της ΕΕ για τη βελτίωση του νο- μοθετικού έργου της ΕΕ, της 13.4.2016, ΕΕ L 123/1, όπου προτείνεται η προθεσμία ενσωμάτωσης των Οδηγιών να είναι σύντομη και γενικά να μην υπερβαίνει τα δύο έτη (σημείο 420). 832. ΔΕΚ, 18.12.1997, C-129/96, Inter-environnement Wallonie, Συλλογή 1997, Ι-7411, σκέψη 45. 833. ΔΕΚ, 22.11.2005, C-144/04, Mangold, Συλλογή 2005, σελ. Ι-9981. Για την επιβεβαίωση βλ. ΔΕΚ, 19.1.2010, υπόθεση C-555/07, Kücükdeveci. Βλ. σχετικά K. Lenaerts / A. Gutierrez-Fons, CMLRev 2010, σελ. 1629, οι οποίοι θεωρούν την εφαρμογή μιας Οδηγίας πριν από τη λήξη της προθεσμίας ενσωμά- τωσης ως εξαίρεση στον κανόνα. 834. ΔΕΚ, 13.3.1997, υπόθεση C-197/96, Επιτροπή κατά Γαλλίας, Συλλογή 1997, σελ. Ι-1489.

RkJQdWJsaXNoZXIy NDg3NjE=