ΤΟ ΔΙΚΑΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΈΝΩΣΗΣ
Η ΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ 315 ση, όπως κάθε πολιτική απόφαση, είναι δεδομένη, όχι μόνο ως προς την εφαρμογή αλλά και ως προς τη διαρκή ύπαρξή της. Το ΔΕΕ επιτέλεσε στο ακέραιο την αποστολή που του ανατέθηκε. Όχι μόνο άσκησε τα κα- θαρά δικαστικά του καθήκοντα κατά υποδειγματικό τρόπο αλλά συνέβαλε καθοριστικά στην εδραίωση και ανάπτυξη της έννομης τάξης της Ένωσης, εξοπλίζοντάς την με βασικές νομικές αρχές και κατασκευές. Ο ιστορικός του ρόλος στάθηκε ιδιαίτερα σημαντικός κατά τη δεύτερη και τρίτη δεκαετία της διαδικασίας ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης (1965 ως 1985), περίοδο κατά την οποία είχε την κύρια πρωτοβουλία για την ανάπτυξη της κοινοτικής έν- νομης τάξης. Την εποχή εκείνη το Δικαστήριο έγινε το κύριο και αποτελεσματικό όργανο προαγωγής της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Είναι μια εποχή κατά την οποία το Συμβούλιο βρίσκεται σε αδιέξοδο, αδυνατεί να συμ- φωνήσει για να προωθήσει την εκτέλεση των Συνθηκών και τη συνέχιση και επέκταση της διεργασίας ολοκλήρωσης. Η επιμονή της Γαλλίας σε ομοφωνία, η απροθυμία όλων των μελών να εκχωρήσουν αρμοδιότητες και εξουσίες στην Κοινότητα, συντελούν ώστε η ολοκλήρωση να λιμνάζει. Η Επιτροπή είχε και αυτή περιορισμένη αποτελεσματικότη- τα, εφόσον η πρωτοβουλία της κατευθυνόταν προς το Συμβούλιο και το Συμβούλιο δεν ενεργούσε στην κατεύθυνση της εφαρμογής των γενικών δεσμεύσεων για την εγκαθί- δρυση της κοινής αγοράς. Τα κράτη μέλη κωλυσιεργούσαν, ηθελημένα ή για λόγους αντι- κειμενικής πολιτικής αδυναμίας, να εφαρμόσουν στην εσωτερική έννομη τάξη τους κοι- νούς κανόνες. Με αυτά τα δεδομένα, το Δικαστήριο ανέλαβε τότε δράση που οδήγησε στην πλήρωση του κενού. Δεν υπήρχε βέβαια προσχεδιασμός. Το Δικαστήριο δεν είναι όργανο που προ- γραμματίζει τις αποφάσεις του και την ακριβή τους κατεύθυνση. Ασχολείται κατ’ ανάγκην με τις υποθέσεις που φθάνουν ως αυτό, τις οποίες κινούν τα κράτη μέλη ή και ιδιώτες, αλλά τις αντιμετωπίζει με συνέπεια και πρωτοτυπία, χωρίς τυπολατρία, με πλήρη συναί- σθηση των ουσιαστικών, πολιτικών κατά βάση προβλημάτων. Μια σύντομη ανασκόπηση των προσεγγίσεων και μεθόδων του Δικαστηρίου την επο- χή εκείνη θα βοηθήσει στην καλύτερη κατανόηση της εξέλιξης της δικαίου της Ευρωπαϊ- κής Ένωσης. Κατά πρώτο λόγο, το Δικαστήριο προσέδωσε πλήρη νομική ισχύ σε νομικές αρχές που περιείχαν οι Συνθήκες και που θα μπορούσαν να θεωρηθούν ως γενικές, κατευθυντή- ριες αρχές λειτουργίας, και όχι ως συγκεκριμένες δεσμεύσεις των μελών. Στην περίπτω- ση, για παράδειγμα των διακρίσεων λόγω ιθαγενείας, το Δικαστήριο δέχτηκε ότι πρόκει- ται για πλήρως δεσμευτική υποχρέωση. Το κάθε κράτος μέλος δεν έχει επιλογή για το αν θα την εφαρμόσει και εναπόκειται στο Δικαστήριο να κρίνει αν πράγματι την εφαρμόζει. Αναγνώρισε έπειτα (δηλαδή στην πραγματικότητα προσέδωσε) άμεση ισχύ, δηλαδή πλή- ρη ισχύ στο εσωτερικό δίκαιο των κρατών μελών, σε μια σειρά άρθρων της ΣΕΚ, που θα μπορούσαν να είχαν θεωρηθεί ως απλές δεσμεύσεις των κυβερνήσεων να ενεργήσουν, να νομοθετήσουν δηλαδή για να εκτελέσουν τις κατά το διεθνές δίκαιο υποχρεώσεις που ανέλαβαν στις Συνθήκες. Αναγνωρίζοντας τα άρθρα αυτά ως «αυτοεκτελέσιμα», κατά την ορολογία του διεθνούς δικαίου, μεταμόρφωσε σε ήδη ισχύουσα ρύθμιση στο πλαίσιο της
Made with FlippingBook
RkJQdWJsaXNoZXIy NDg3NjE=