ΤΟ ΔΙΚΑΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΈΝΩΣΗΣ
316 ΤΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ ΤΗΣ ΕΝΩΣΗΣ κάθε εθνικής νομικής τάξης διατάξεις που θα μπορούσαν να θεωρηθούν ως διακυβερνη- τικές υποχρεώσεις ενέργειας. Κατά παρόμοιο τρόπο, προχωρώντας ακόμη περαιτέρω σε ρυθμίσεις που επεξέτειναν, αν όχι διόρθωναν τη Συνθήκη, το Δικαστήριο αναγνώρισε άμεση ισχύ, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, σε διατάξεις Οδηγιών, που δεν είχαν έγκαιρα τεθεί σε εφαρμογή από τα μέλη, ενώ, κατά την αρχική σύλληψη της Συνθήκης που ισχύει ακόμη στην πλειοψηφία των περιπτώσεων, οι Οδηγίες αποτελούν κατευθυντήριες γραμμές προς τα κράτη μέλη, που είναι μεν δεσμευτικές, αλλά αναθέτουν στα κράτη να νομοθετήσουν αυτά μέσα στο πλαίσιο των Οδηγιών. Με τις αποφάσεις αυτές, το Δικαστήριο έφτασε σχεδόν τα όρια των δυνατοτήτων του. Διότι η ικανότητά του να προάγει την οικονομική ολοκλήρωση δεν είναι απεριόριστη. Έχει τη δυνατότητα αποτελεσματικής παρέμβασης ως προς τις περιπτώσεις αρνητικής ολοκλήρωσης, δηλαδή άρσης των εμποδίων που θέτουν τα κράτη στη διακίνηση προϊό- ντων, κεφαλαίων και προσώπων. Το Δικαστήριο μπορεί να κηρύξει παράνομο οποιο- δήποτε εμπόδιο αυτού του είδους, υποχρεώνοντας την ενδιαφερόμενη χώρα να μην το εφαρμόσει. Αλλά οι δυνατότητες παρέμβασης του περιορίζονται, μολονότι όπως θα δού- με δεν εξαφανίζονται τελείως, ως προς τη θετική ολοκλήρωση, δηλαδή τη λήψη κοινών μέτρων ή υιοθέτηση κοινών πολιτικών, που είναι απαραίτητη για την περαιτέρω πρόο- δο της οικονομικής ολοκλήρωσης. Το Δικαστήριο μπορεί μόνο να δηλώσει ότι υπάρχει υποχρέωση συνεργασίας, δεν μπορεί να διαμορφώσει το περιεχόμενο της ρύθμισης που χρειάζεται, όταν τα νομοθετικά όργανα της Ένωσης δεν το κάνουν. Και εδώ ακόμη, όμως, το Δικαστήριο προχώρησε πολύ περισσότερο από ό,τι θα μπο- ρούσε κανείς να προβλέψει. Η άρση των φραγμών που οι χώρες είχαν υψώσει στα σύ- νορά τους με στόχο των αποκλεισμό των ξένων προϊόντων άφηνε τελικά μία ιδιαίτερα σημαντική κατηγορία εμποδίων ανέπαφη. Το εμπόδιο αυτό ήταν, πολύ απλά, η ύπαρξη διαφορετικών εθνικών ρυθμίσεων ως προς τα επιμέρους προϊόντα, π.χ. τις προδιαγρα- φές ασφαλείας, υγείας ή εμπορικής διάθεσης των προϊόντων. Έτσι, ρυθμίσεις που δεν εί- χαν κατ’ ανάγκην δημιουργηθεί με σκοπό να αποκλείσουν τα ξένα προϊόντα και εφαρμό- ζονταν χωρίς δυσμενείς διακρίσεις κατά των ξένων προϊόντων, μπορεί να οδηγούσαν τε- λικά στην πράξη σε μία αγορά που είναι ανοιχτή μόνο στα εθνικά προϊόντα, γιατί μόνο αυτά είχαν κατασκευασθεί σύμφωνα με τις ισχύουσες ρυθμίσεις. Με τη συμπαράσταση της Επιτροπής, το Δικαστήριο αντιμετώπισε και αυτή την περίπτω- ση. Σε μια περίφημη απόφασή του το 1979, έθεσε τον βασικό γενικό κανόνα ότι κάθε προϊόν που κυκλοφορεί νόμιμα σε μια χώρα μέλος μπορεί κατ’ αρχήν να κυκλοφορεί ελεύθερα και στις άλλες. Οι τελευταίες δεν μπορούν να εφαρμόσουν ρυθμίσεις που το αποκλείουν από την αγορά τους, εκτός αν πρόκειται για διατάξεις άμεσα αναγκαίες για την «ικανοποίηση επιτακτικών αναγκών» (όπως η προστασία των καταναλωτών ή της δη- μόσιας υγείας). Η απόφαση αυτή που εντάσσεται σε μια μακρά σειρά αποφάσεων που αφορούν την έννοια των «μέτρων ισοδυνάμου αποτελέσματος» προς τους ποσοτικούς περιορισμούς στις εισαγωγές, θα μπορούσε ίσως να είχε μείνει μια από τις πολλές ερμη- νευτικές του όρου αποφάσεις. Αλλά η Επιτροπή την ανέδειξε σε θεμελιώδη κανόνα σε σχέση με την ελευθέρωση του εμπορίου προϊόντων. Αργότερα μάλιστα, όπως θα ιδούμε, τη χρησιμοποίησε ως υπόδειγμα για ρυθμίσεις στο εμπόριο υπηρεσιών.
Made with FlippingBook
RkJQdWJsaXNoZXIy NDg3NjE=