ΤΟ ΔΙΚΑΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΈΝΩΣΗΣ

ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΣ 587 σεις αυτές διαθέτουν πλήρη πληροφόρηση και συμπεριφέρονται απόλυτα ορθολογικά, με την πρόσθετη επισήμανση ότι ελλείπουν τα εμπόδια εισόδου στην εν λόγω αγορά. Αμφισβητώντας την τέλεια λειτουργία των αγορών, την απόλυτη αξία του κριτηρίου της οικονομικής αποτελεσματικότητας και την πλήρη ορθολογικότητα του homo economicus, η Post-Chicago προσέγγιση πιστεύει ότι η υστέρηση μιας αγοράς δεν (αυτο)θεραπεύεται κατ’ ανάγκη, με αποτέλεσμα οι επιχειρήσεις να εκμεταλλεύονται τις αδυναμίες μιας αγο- ράς, όπως την έλλειψη πληροφόρησης ή το μη ανακτώμενο κόστος των ανταγωνιστών τους, προκειμένου να υπονομεύουν την αποτελεσματικότητα, ακόμη και όταν η αγορά είναι φαινομενικά ανταγωνιστική. Παράλληλα, αντί να βασίζονται στις αγορές, προσβλέ- πουν στην παρέμβαση των αρχών για να εντοπιστούν οι ανταγωνιστικές, από τις μη, συ- μπεριφορές, ενώ ιδιαίτερη προσοχή δίνουν στην τάση των μονοπωλίων να αυξάνουν το κόστος εισόδου ή παραμονής στη σχετική αγορά για τους ανταγωνιστές. 822 Η νέα προ- σέγγιση αναλύει τη συμπεριφορά των επιχειρήσεων σε κατάσταση ατελούς ανταγωνι- σμού και ασύμμετρης πληροφόρησης, με αποτέλεσμα ο βαθμός ανταγωνισμού να εξαρ- τάται από τη διάρθρωση του συγκεκριμένου κλάδου και σε περίπτωση ολιγοπωλίου να αναπτύσσεται στρατηγική αλληλεξάρτησης. Τέλος, αναγνωρίζοντας τις δυσλειτουργίες των αγορών, η νέα προσέγγιση αποδέχεται την ανάγκη κρατικής παρέμβασης. 823 Ως αντίδραση στη σύλληψη της σχολής του Σικάγου, η οποία είχε αναγορεύσει ένα θεω- ρητικό υπόδειγμα, τον τέλειο ανταγωνισμό (perfect competition), σε βασικό πλαίσιο ανα- φοράς, διαμορφώθηκε η σχολή του Harvard που στηρίχτηκε περισσότερο στην οικονο- μική πραγματικότητα (workable competition). H σχολή αυτή πιστεύει στην ανάγκη πα- ρέμβασης στην αγορά με την πολιτική ανταγωνισμού, ως ειδικό μέσο άσκησης οικονομι- κής πολιτικής. 824 Αποδίδοντας την συμπεριφορά των επιχειρήσεων στη δομή της αγοράς, υπό την έννοια του βαθμού συγκέντρωσης οικονομικής ισχύος, αναγορεύει σε στόχο της πολιτικής ανταγωνισμού τη διατήρηση μιας αγοράς ανταγωνιστικά δομημένης, έτσι ώστε η συμπεριφορά και η απόδοση των επιχειρήσεων να είναι η καλύτερη δυνατή. Προκρί- νει ως οικονομικούς σκοπούς της πολιτικής ανταγωνισμού τη διατήρηση ή αποκατάστα- ση συνθηκών ανταγωνισμού που εξασφαλίζουν άριστη κατανομή του εισοδήματος, ικα- νότητα προσαρμογής στα νέα δεδομένα της αγοράς και τεχνολογική πρόοδο. Ως κοινω- νικούς στόχους, ή μετα-οικονομικούς, θεωρεί την αποκέντρωση της οικονομικής ισχύος. Στο πλαίσιο αυτό, πρέπει να διασφαλίζεται όσο το δυνατόν ένας μεγαλύτερος αριθμός μι- κρών επιχειρήσεων στη σχετική αγορά που επιτυγχάνεται με την κατάργηση φυσικών και νομικών εμποδίων. Τα νομικά εμπόδια δημιουργούνται συνήθως με τη δημιουργία των κρατικών μονοπωλίων. Φυσικά εμπόδια συνιστούν οι οικονομίες κλίμακας και το κόστος εισόδου. Γενικά η σχολή αυτή διάκειται αρνητικά στις συγκεντρώσεις, στις κάθετες και οριζόντιες συμπράξεις. 822. Cucinotta/Pardolesi/Van den Bergh, Post-Chicago Developments in Antitrust Law, 2002. 823. Pitofsky, How the Chicago School Overshot the Market: The Effect of Conservative Economic Analysis on US Antitrust, 2008. 824. Clark, Toward a Concept of Workable Competition, 1940, Mason, Economic Concentration and the Monopoly Problem, 1957.

RkJQdWJsaXNoZXIy NDg3NjE=