ΔΙΚΑΙΟ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΗ

Δίκαιο προστασίας καταναλωτή 865 Γ. ΝΟΥΣΚΑΛΗΣ Ποινική προστασία καταναλωτή ύλες που μπορούν να προκαλέσουν το ίδιο αποτέλεσμα, τιμωρείται με κάθειρξη. Αν από την πράξη επήλθε θάνατος, μπορεί να επιβληθεί ισόβια κάθειρξη». Σύμφωνα, εξάλλου, με το άρθρο 280 ΠΚ, οι τελούμενες εξ αμελείας πράξεις του άρθρου 279 ΠΚ τιμωρούνται με φυλάκιση. Η πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος απαιτεί: α) πράξη δηλητη- ριάσεως ή την ισοδύναμη με αυτήν εισαγωγή άλλων υλών που μπορούν να προκαλέσουν το ίδιο αποτέλεσμα, β) σε αντικείμενα που πέρα από τις παροχές νερού καλύπτουν όλο σχε- δόν το φάσμα των καταναλωτικών αγαθών και τέλος γ) δυνατότητα προκλήσεως βλάβης σε αόριστο αριθμό ανθρώπων από τη χρήση τους και την προκαλούμενη θερμική, φυσική, χημική ή μηχανική δράση των τιθεμένων σε αυτά οργανικών ή ανόργανων ουσιών. Για τη θεμελίωση του εγκλήματος της δηλητηρίασης της νομής ζώων, απαιτείται η προσθήκη στη χορτονομή των ζώων ή κάθε άλλη τροφή τους, σε λιβάδια, στις λίμνες ή στα άλλα ποτίσμα- τα, οργανικής ή ανόργανης ουσίας, η οποία καθιστά την τροφή ή το πότισμα επικίνδυνα, εφόσον, μπορεί να προκαλέσει ή προκαλεί θανάτωση ή σπουδαία και διαρκή βλάβη τους. Το έγκλημα θεωρείται τετελεσμένο μόλις η δηλητηριώδης ουσία έλθει σε επαφή με τη χορ- τονομή ή άλλο είδος ζωοτροφής, τα λιβάδια, τις λίμνες ή άλλα ποτίσματα ζώων 2 . Στην εκ του αποτελέσματος διακρινόμενη μορφή του εγκλήματος (άρθρο 279 εδ. τελ. ΠΚ), προστί- θεται στα παραπάνω στοιχεία και η επέλευση θανάτου. Το προστατευόμενο έννομο αγαθό είναι η σωματική ακεραιότητα-υγεία και η ζωή αόριστου αριθμού καταναλωτών, και όχι η ιδιοκτησία. Γίνεται λόγος για ένα έγκλημα αφηρημένα-συγκεκριμένης διακινδύνευσης στη βασική του μορφή και βλάβης στο προβλεπόμενο εκ του αποτελέσματος έγκλημα, στιγμιαίο το οποίο μπορεί να τελεστεί και με παράλειψη 3 . Κατά την ερμηνευτική προσέγγιση των επιμέρους συστατικών της αντικειμενικής υποκα- τάστασης του άρθρου 279 ΠΚ διαπιστώνεται ότι οι περισσότερες δυσχέρειες εντοπίζονται στον εννοιολογικό προσδιορισμό της δηλητηριάσεως. Το γεγονός αυτό συνδέεται κυρί- ως με την έντονη σχετικότητα στο χώρο των ειδικών επιστημών, σχετικά με την έννοια δηλητήριο. Κατά τις σύγχρονες αντιλήψεις ως δηλητήριο νοείται κάθε οργανική ουσία, η οποία κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις και κυρίως μέσω χημικής ή χημικοφυσικής δράσεως μπορεί να προκαλέσει καταστροφή της υγείας ή της ζωής. Τέτοιες ουσίες είναι π.χ. το αρσένιο, η στρυχνίνη κ.ά., οι οποίες παρουσιάζουν συνήθως οξεία τοξική δράση. Ισοδύναμες με αυτές είναι ουσίες που οδηγούν στα ίδια αποτελέσματα, οι οποίες, όμως, δεν αναπτύσσουν χημική ή χημικοφυσική δράση, αλλά μηχανική ή θερμική, όπως π.χ. θρυμματισμένο γυαλί, μέταλλο κ.λπ. Εδώ ανήκουν, επίσης, όταν δεν αναπτύσσουν χη- μική δράση, και κάποια βακτηρίδια ή άλλα στοιχεία που προκαλούν ασθένειες, αν δεν εντάσσονται στην πρώτη υποκατηγορία 4 . 2. Βλ. ΑΠ 1649/1999 ΠοινΧρ 2000,735. 3. Βλ. Μ. Καϊάφα-Γκμπάντι , Κοινώς Επικίνδυνα Εγκλήματα, γ΄ εκδ. 2005, σελ. 409 επ. Βλ. επίσης Γ. Μπουρμά σε Α. Χαραλαμπάκη , Ποινικός Κώδικας, Ερμηνεία κατ’ άρθρο, Τόμος δεύτερος, 2η εκδ. Νομική Βιβλιοθήκη, 2014, άρθρο 279, σελ. 2070 επ. 4. Βλ. από τη θεωρία Δέδε , Εγκλήματα κ.κ., 128, Μπουροπούλου , ΕρμΠΚ, 420. Βλ. από τη νομολογία ΠλημΓρεβ 4/1991 Υπεράσπιση 1992,901. 3

RkJQdWJsaXNoZXIy NDg3NjE=