ΕΓΚΛΗΜΑΤΟΛΟΓΙΚΗ, ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΗ ΚΑΙ ΔΙΚΑΝΙΚΗ ΑΝΑΚΡΙΤΙΚΗ

Η ιστορία και η φύση της Ανακριτικής - Τα θεσμικά και μη, όργανα της ανάκρισης 8 λευκούς ξύλινους στήλους -τουλάχιστον, ως προς τα βασικά της σημεία- και ακο- λούθως, να την αναρτήσει σε έναν χώρο ανακοινώσεων, όπου ευρίσκονταν τα αγάλματα των «επωνύμων ηρώων των φυλών» στην Αγορά. Πέριξ του χώρου αυ- τού, σύχναζαν οι Αθηναίοι για να πληροφορούνται την ημερήσια διάταξη της εκ- κλησίας του δήμου, τους άρτι εκδοθέντες νόμους, τους καταλόγους επιστράτευσης κ.ά., ενώ από τον ειδικό χώρο στη βάση αυτών των αγαλμάτων, πήγαζε η απαραί- τητη δημοσιότητα των νόμων και των σχετικών υποθέσεων (διάδικοι, κατηγορία, προβλεπόμενη ποινή), για εκείνες τις περιπτώσεις τουλάχιστον, που δεν απαιτεί- το προηγούμενη κλήτευση 2 . Πρωταρχικό καθήκον του αρμόδιου άρχοντα ήταν η απόπειρα συναινετικής επίλυσης της διαφοράς (διάλυσις), η οποία προσομοίαζε με τη σύγχρονη ποινική συνδιαλλαγή ή διαμεσολάβηση και σε περίπτωση αρνη- τικής έκβασής της, ακολουθούσε η προκαταρκτική εξέταση (ανάκρισις) 3 . Η φάση της ανακριτικής διαδικασίας (ανάκριση) συνέπιπτε με την ένορκη κατάθεση των ισχυρισμών, εκ μέρους των αντιδίκων (μηνυτή - κατηγορούμενου), στον αρμό- διο άρχοντα-ανακριτή, ενώ περιέβαλλαν αυτούς με όρκο, που αποκαλούνταν «δι- ωμοσία» και η ένορκη απολογία του κατηγορουμένου-εναγομένου, «διωμοσία» 4 . Επίσης, στο στάδιο αυτό, ο εναγόμενος μπορούσε να καταθέσει ενώπιον του εν λόγω άρχοντα, ανταγωγή (αντιγραφή). Ο μηνυτής και ο κατηγορούμενος είχαν τη δυνατότητα να προτείνουν μάρτυρες προς επίρρωση των ισχυρισμών τους, οι ο- ποίοι προσκαλούμενοι από τον ανακριτή, κατέθεταν εγγράφως. Η κατάθεσή τους, επικυρωνόταν με τον αυτό όρκο, που έδιναν οι κυρίως διάδικοι. Κατά την ανά- κριση, ο άρχοντας προέβαινε σε προκαταρκτική εξέταση της υπόθεσης και προς τούτο, ελάμβανε τις καταθέσεις των διαδίκων, των μαρτύρων, ανέκρινε τον κατη- γορούμενο, ενώ αποφάσιζε για το παραδεκτό της αγωγής. Όταν διαπίστωνε ότι συ- νέτρεχαν οι τυπικές προϋποθέσεις για την προώθηση της υπόθεσης ενώπιον του δικαστηρίου, τότε αυτή θεωρείτο «εισαγώγιμος». Αν, αντίθετα, αξιολογούνταν ως αβάσιμη ή απαράδεκτη, -ουκ εισαγώγιμον είναι την δίκην- η μήνυση ή η αγωγή, τότε οι άρχοντες δικαιούνταν να την απορρίψουν. Γ. Μαθιουδάκη, δευτ. έκδ., εκδ. Δημ. Ν. Παπαδήμα, Αθήνα 1988. – Jacqueline Romilly, Αρ- χαία Ελληνική Γραμματολογία, μτφρ. Θ. Χριστοπούλου, εκδ. Καρδαμίτσα, Αθήνα 1988. – J. P. Nernant - P. Vidal - Naquet, Μύθος και Τραγωδία στην αρχαία Ελλάδα, μτφρ. Στέλλα Γεωρ- γούδη, τόμ. Α΄ εκδ. Ι. Ζαχαρόπουλος, Αθήνα 1988, τόμ. Β΄ 1991. 2. Βλ. σχετ., Αριστοφάνη, Νεφέλαι, 770 - Σφήκες, 349 - Ισοκράτης, 15, Περί αντιδόσεως, 237, Δημοσθένη 21, Κατά Μειδίου, 103. 3. Βλ. σχετ., Σ. Αδάμ - Μαγνήσαλη, Η απονομή της δικαιοσύνης στην αρχαία Αθήνα (5ος και 4ος π.Χ. αι.), Νομική Βιβλιοθήκη, 2008. 4. Βλ. σχετ., Δημοσθένη κατά Αριστοκράτους 63 - Αντιφώντος Φαρμακείας κατά της μητρυιάς 28 – Ο ίδιος, περί του Ηρώδου φόνου 11, Πλάτωνος, Απολογία Σωκράτους ΙΙΙ ΧΙ, Λυσία Χ, 11 και ΧΧΙΙΙ 13.

RkJQdWJsaXNoZXIy NDg3NjE=