ΕΓΚΛΗΜΑΤΟΛΟΓΙΚΗ, ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΗ ΚΑΙ ΔΙΚΑΝΙΚΗ ΑΝΑΚΡΙΤΙΚΗ
VII ΠΡΟΛΟΓΟΣ Η ανά χείρας μελέτη ονομάζεται ως Εγκληματολογική, Αστυνομική και Δικανική ΑΝΑ- ΚΡΙΤΙΚΗ και όχι τυχαία. Όπως είναι γνωστό, το ανακριτικό φαινόμενο εκδηλώνεται μετά τη διάπραξη του εγκλήματος (post delictum) και ποτέ πριν, γιατί τότε θα είχαμε να κάνουμε με την ante delictum αντεγκληματική πολιτική διωκτικού χαρακτήρα και τη συναφή προληπτική αστυνόμευση, στο πλαίσιο της «αστυνομικής επιστήμης». Όμως, η προκειμένη συστηματική, ανήκει στην ποινική επιστήμη, με γνωσιακή προέλευση και μεθοδολογική καταγωγή από τις εγκληματολογικές επιστήμες και παραδοχές. Ερευνη- τικό αντικείμενο της Ανακριτικής αυτής, είναι η εξιχνίαση του τελεσθέντος εγκλήμα- τος και η αποκάλυψη του δράστη του. Προς τούτο, υιοθετεί αστυνομικές και αμιγώς εγκληματολογικές μεθόδους και τεχνικές, για τον εντοπισμό των εγκληματικών ιχνών στην σκηνή του εγκλήματος, την προσεκτική συλλογή τους, τη διατήρησή τους και την προώθησή τους, στα εγκληματολογικά εργαστήρια προς επιστημονική τους επεξεργα- σία. Με τις περιγραφικές, ανθρωπομετρικές, φωτομετρικές, δακτυλοσκοπικές και άλλες αστυνομικές μεθόδους επιχειρείται η εξατομίκευση του εγκληματία. Η αστυνομική δι- αίσθηση και η επιστημονική κατάρτιση των προανακριτικών υπαλλήλων, καθίστανται ανεπανάληπτοι και αναγκαίοι αρωγοί, στην εγκληματολογική τακτική. Η παρατήρηση, η υπόθεση και ο εμπειροτεχνικός έλεγχος της βασιμότητας, βαρύτητας και εγκληματο- λογικής/δικονομικής αξιοπιστίας των ιχνών και των πειστηρίων, μπορούν να συνδέ- σουν τον ύποπτο με τη σκηνή του εγκλήματος και τα παραπάνω ως ενδείξεις, μπορούν προσέτι να εντοπίσουν τον δράστη της αξιόποινης πράξης. Για να επισυμβούν αυτά, απαιτείται, εργαστηριακή / επιστημονικοτεχνική τεκμηρίωση του προσαχθέντος ιχνο- λογικού υλικού, και άρτιος αστυνομικός, εγκληματολογικός και δικανικός συλλογι- σμός. Με την επικέντρωση του ερευνητικού ορίζοντα στον modus operandi του δρά- στη, στην ανάλυση της συνολικής του συμπεριφοράς, στη θυματολογική επισκόπηση, στην ψυχοκοινωνική και ψυχιατρική εξέταση του υπόπτου / κατηγορούμενου κ.ά., μπορούμε να σκιαγραφήσουμε το profile του, ακόμη και από ικανή απόσταση. Τα ανα- κριτικά δεδομένα αυτά, (παρατήρηση – υπόθεση – πειραματικός έλεγχος, ήτοι, επαλή- θευση ή διάψευση της διαστυπωθείσας υπόθεσης), συχνάκις αρκούν για τη δικονομική προαγωγή στις επόμενες φάσεις απονομής της ποινικής δικαιοσύνης του φερομένου ως ενόχου. Η αναπαράσταση του εγκλήματος, η άντληση χρήσιμων πληροφοριών από τους εμπίστους (ή τους καταδότες) και η επισυναπτόμενη έκθεση αυτοψίας, δύνανται, κατ’ αρχήν, να συγκροτήσουν ένα στέρεο υπόβαθρο για την εξέλιξη της ανακριτικής διαδικασίας. Η τελευταία, με τη χρήση των σπουδαιότερων – και ει δυνατόν περισσο- τέρων – αποδεικτικών μέσων ακόμη και με την αξιοποίηση των προϊόντων της σύγχρο- νης τεχνολογικής ευρηματικότητας και της ψηφιακής επανάστασης, μπορεί κάλλιστα να υποστηρίξει τη συναγωγή ορθών κρίσεων, από τους, τοπικά και λειτουργικά, αρμό-
Made with FlippingBook
RkJQdWJsaXNoZXIy NDg3NjE=