ΟΙ ΔΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΠΡΟΕΚΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΕΝΔΙΚΟΦΑΝΟΥΣ ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΗΣ ΠΡΟΣΦΥΓΗΣ

Η ενδικοφανής προσφυγή (63 ΚΦΔ) ως προϋπόθεση του παραδεκτού του ενδίκου βοηθήματος 9 μέσον δια της διοικητικής ή δικαστικής οδού» . Σύμφωνα με την ερμηνεία που δόθηκε από τη νομολογία στην ανωτέρω διάταξη, η ενδικοφανής προσφυγή δεν μπορεί να υπαχθεί στην έννοια του «ενδίκου μέσου δια της διοικητικής οδού» , διότι στη «διοικητι- κή οδό» πρέπει να θεωρηθεί ότι υπάγονται μόνον τα Διοικητικά Δικαστήρια και όχι οι Διοικητικές Αρχές, ενώπιον των οποίων ασκείται η ενδικοφανής προσφυγή, η οποία, ως τοιαύτη, δεν αποτελεί παράλληλη προσφυγή 19 . Συνεπώς, κατά τα ανωτέρω, η ενδι- κοφανής προσφυγή είχε δυνητικό χαρακτήρα και ως εκ τούτου δεν καθιστούσε απα- ράδεκτη την άμεση προσβολή των διοικητικών πράξεων ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας 20 . Η ίδια γραμμή ακολουθήθηκε και με τη μεταγενέστερη μορφή του άρθρου 46 του ιδρυτικού νόμου του Συμβουλίου της Επικρατείας, όπως αυτό τροποποιήθηκε από το άρθρο 15 του Ν.Δ. 3830/1958, σύμφωνα με το οποίο: «Η άσκησις της αιτήσεως ακυρώ- σεως κωλύεται εκ της υποβολής υπό του νόμου ειδικώς παρεχόμενης προσφυγής ενώπι- ον της αυτής ή ιεραρχικώς προϊσταμένης Αρχής ή ειδικώς κατεστημένου οργάνου» . Κατά την ερμηνεία που δόθηκε από το Συμβούλιο της Επικρατείας στην ανωτέρω διάταξη, μόνον η πραγματική άσκηση της ενδικοφανούς προσφυγής αποτελούσε δικονομική προϋπόθεση του παραδεκτού της αίτησης ακύρωσης. Αντιθέτως, η νομοθετική της πρόβλεψη από μόνη της ουδεμία επιρροή ασκούσε, διατηρώντας τον χαρακτήρα της καθαρά προαιρετικό 21 . Την ως άνω νομολογιακή προσέγγιση ανέτρεψε το Συμβούλιο της Επικρατείας με την υπ’αριθ. 3596/1971 απόφαση της Ολομέλειάς του 22 κρίνοντας contra legemότι, κατά το άρθρο 15 Ν.Δ. 3830/1958, όχι μόνον η υποβολή της ενδικοφανούς προσφυγής, αλλά και η πρόβλεψή της από το νόμο, εμποδίζει την άσκηση αίτησης ακύρωσης και τούτο διότι, ως «διοικητική οδός» κωλύουσα την αίτηση ακυρώσεως νοείται όχι μόνον η προσφυγή ενώπιον των Διοικητικών Δικαστηρίων, αλλά και η ειδική υπό του νόμου προσφυγή, η οποία αποτελεί μέρος της διοικητικής διαδικασίας και ως εκ τούτου η εξάντλησή της είναι υποχρεωτική για τον διοικούμενο. 19. Βλ. Δ. Κοντόγιωργα-Θεοχαροπούλου , οπ. π., σελ. 35. 20. Βλ. Ε. Πρεβεδούρου , Η προβληματική των ενδικοφανών προσφυγών ενόψει της συνταγματικής κα- τοχύρωσης της αίτησης ακυρώσεως, Δίκη, 1990, σελ. 651. 21. Βλ. Ε. Πρεβεδούρου , οπ. π., σελ. 651, Δ. Κοντόγιωργα-Θεοχαροπούλου , Η άσκησις της ενδικοφανούς προσφυγής ως προϋπόθεσις του παραδεκτού της αιτήσεως ακυρώσεως ενώπιον του ΣτΕ, οπ. π., σελ. 35. 22. Αυτή η contra legem ερμηνεία που επιχειρήθηκε με τη ΣτΕ Ολ 3596/1971 προκάλεσε έντονες αντι- δράσεις, οι οποίες οδήγησαν στη μεταστροφή της νομολογίας του Ανωτάτου Ακυρωτικού με τη ΣτΕ Ολ 3701/1974, σύμφωνα με την οποία η πρόβλεψη και μόνον της ενδικοφανούς προσφυγής δεν αποτελεί δικονομική προϋπόθεση του παραδεκτού της αίτησης ακύρωσης, βλ. Ε. Πρεβεδού- ρου , οπ. π., σελ. 652.

RkJQdWJsaXNoZXIy NDg3NjE=