ΟΙ ΔΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΠΡΟΕΚΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΕΝΔΙΚΟΦΑΝΟΥΣ ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΗΣ ΠΡΟΣΦΥΓΗΣ
10 ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΡΩΤΟ Προς την κατεύθυνση αυτή κινήθηκε και ο νομοθέτης, σαφώς επηρεασμένος από τη θέση της νομολογίας, με το άρθρο 45 παρ. 2 Ν.Δ. 170/1973, σύμφωνα με το οποίο: « Η αίτησις ακυρώσεως είναι απαράδεκτος κατά πράξεως καθ’ ης προβλέπεται ειδικώς υπό του νόμου προσφυγή » και ακολούθως με το ομοίου περιεχομένου ισχύον σήμερα άρ- θρο 45 παρ. 2 Π.Δ. 18/1989 23 για τις ακυρωτικές διαφορές και το αντίστοιχο άρθρο 63 παρ. 3 ΚΔΔ 24 για τις διαφορές ουσίας. Έτσι πλέον, υπό το ισχύον δικονομικό καθεστώς, η νομοθετική πρόβλεψη της ενδικοφανούς προσφυγής εμποδίζει την άσκηση του εν- δίκου βοηθήματος αποτελώντας απαραίτητη προϋπόθεση του παραδεκτού του. Τέλος, κλείνοντας την παρούσα Ενότητα και επιχειρώντας μια συγκριτική επισκόπηση ως προς το ζήτημα της υποχρεωτικής άσκησης διοικητικής προσφυγής πριν την προ- σφυγή στη Δικαιοσύνη, επισημαίνουμε ότι αντίστοιχη διαπλοκή της διοικητικής δια- δικασίας με την ένδικη προβλέπεται και σε άλλες έννομες τάξεις, όπως για παράδειγ- μα τη Γερμανία 25 , την Ισπανία 26 , την Ιταλία 27 , την Ολλανδία 28 , τη Γαλλία και γενικά τις χώρες του‘‘civil law system’’. 23. Σύμφωνα με το άρθρο 45 παρ. 2 Π.Δ. 18/1989: «Η αίτηση ακυρώσεως είναι απαράδεκτη αν στρέφε- ται κατά εκτελεστής πράξης, κατά της οποίας προβλέπεται από το νόμο ενδικοφανής προσφυγή, που ασκείται κατά νόμο μέσα σε ορισμένη προθεσμία ενώπιον του οργάνου που έχει εκδώσει την πράξη ή άλλου οργάνου και καθιστά δυνατή την επανεξέταση της υπόθεσης κατ’ ουσίαν. Στην περίπτωση αυτή η αίτηση ακυρώσεως επιτρέπεται μόνο κατά της πράξης που εκδίδεται επί της προσφυγής. ……….» . 24. Σύμφωνα με το άρθρο 63 παρ. 3 ΚΔΔ: «Στις περιπτώσεις που από το νόμο προβλέπεται κατά της πρά- ξης ή της παράλειψης διοικητική προσφυγή, η οποία ασκείται μέσα σε ορισμένη προθεσμία, ενώπι- ον του ίδιου ή ιεραρχικώς προϊσταμένου ή άλλου ειδικώς κατεστημένου οργάνου και συνεπάγεται τον έλεγχο της πράξης ή της παράλειψης κατά το νόμο και την ουσία (ενδικοφανής προσφυγή), το ένδικο βοήθημα της προσφυγής ασκείται παραδεκτώς μόνο κατά της πράξης που εκδίδεται για την ενδικοφα- νή προσφυγή. Αν κατά της πράξης ή της παράλειψης προβλέπονται από το νόμο περισσότερες από μια διαδοχικές ενδικοφανείς προσφυγές, το ένδικο βοήθημα της προσφυγής ασκείται παραδεκτώς μόνο κατά της πράξης που εκδίδεται για την τελευταία ενδικοφανή προσφυγή. Το κατά τις προηγούμενες πε- ριόδους απαράδεκτο του ένδικου βοηθήματος της προσφυγής κατά πράξης ή παράλειψης κατά της οποίας προβλέπεται από το νόμο η άσκηση ενδικοφανούς προσφυγής δεν ισχύει αν η αρμόδια διοικη- τική αρχή παρέλειψε να ενημερώσει πλήρως, κατά οποιονδήποτε τρόπο, τον ενδιαφερόμενο, τόσο για την υποχρέωση, όσο και για τους όρους άσκησης της ενδικοφανούς προσφυγής». 25. Βλ. Thuronyi V./Isabel E. , How Can an Excessive Volume of Tax Disputes Be Dealt With?, 2013, οπ. π., σελ. 49. 26. Βλ. Thuronyi V./Isabel E. , οπ. π., σελ. 21. 27. Βλ. Thuronyi V./Isabel E. , οπ. π., σελ. 51. 28. Βλ. Μ. Σαμπατακάκη , Οργάνωση του συστήματος της Διοικητικής Δικαιοσύνης σε τρία ευρωπαϊ- κά κράτη. Εναλλακτικές μέθοδοι επίλυσης των διαφορών και κριτήρια χωροταξικού σχεδιασμού: Συγκριτική ανάλυση με την Ελλάδα και χρήσιμα συμπεράσματα, ΔιΔικ, τεύχος 4/2018, σελ. 589.
Made with FlippingBook
RkJQdWJsaXNoZXIy NDg3NjE=