ΠΟΙΝΙΚΟ ΔΙΚΟΝΟΜΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ

ΕΙΣΑΓΩΓΗ 3 Α. Ορισμός του Ποινικού Δικονομικού Δικαίου - Έννοια, νομική φύση και σκοπός της Ποινικής Δίκης Το Ποινικό Δικονομικό Δίκαιο 1 μπορεί να ορισθεί ως το σύνολο των κανόνων, που προσδιορίζουν τα όργανα και τη διαδικασία απονομής της ποινικής δικαιοσύνης, δηλαδή ειδικότερα της δίωξης και ανάκρισης των τελούμενων εγκλημάτων, της διάγνωσης της ενο- χής ή αθωότητας των φερόμενων ως δραστών και της επιβολής των προβλεπόμενων από το ποινικό ουσιαστικό δίκαιο ποινών ή (και) μέτρων ασφάλειας, καθώς και της εκτέλεσης των αποφάσεων που εκδίδονται. Από τον ανωτέρω ορισμό συνάγεται περαιτέρω ότι για τη διαπίστωση της τέλεσης ή όχι ορισμένου εγκλήματος, την ανακάλυψη εκείνου που το διέπραξε, τη διάγνωση της ενοχής ή αθωότητας του φερόμενου ως ενόχου και την επιβολή των προβλεπόμενων νόμιμων ποινών ή (και) μέτρων ασφάλειας χρειάζεται να τεθεί σε λειτουργία ένας ολόκληρος μηχα- νισμός, μέσω του οποίου να καταστεί δυνατή η πραγματοποίηση των ανωτέρω στόχων. Αυτός ακριβώς ο μηχανισμός ονομάζεται Ποινική Δίκη και αποτελείται από μία σειρά πράξεων, οι οποίες θα πρέπει να τελούν σε τέτοια αλληλουχία μεταξύ τους, ώστε η προη- γουμένη να διευκολύνει την αμέσως επόμενη. Επειδή, όμως, όπως είναι φυσικό, οι πράξεις αυτές δεν επιτρέπεται να λαμβάνουν χώρα αυθαιρέτως, είναι ανάγκη κατά τη διενέργειά τους να ακολουθούνται ορισμένοι τύποι, δη- λαδή η ποινική δίκη εμφανίζει μια οργανωμένη και πειθαρχημένη μορφή 2 . Σχετικά με τη νομική φύση της ποινικής δίκης έχουν διατυπωθεί διάφορες θεωρίες 3 , από τις οποίες επικρατέστερη στην ελληνική επιστήμη είναι η θεωρία της «έννομης σχέ- σης» 4 , αυτή δηλαδή που υποστηρίζει ότι η δίκη αποτελεί μια έννομη σχέση μεταξύ του δι- καστηρίου και των μερών, από την οποία απορρέουν δικαιώματα και υποχρεώσεις των υποκειμένων της δίκης 5 . Αντιθέτως η θεωρία της «έννομης κατάστασης» 6 , που δέχεται πως η ποινική δίκη δεν αποτελεί έννομη σχέση, αλλά έννομη κατάσταση, από την οποία δεν παράγονται δικαιώ- ματα και υποχρεώσεις, αλλά μόνο «προσδοκίες» και «βάρη» αντιστοίχως, παρά την ανα- γνώριση αρκετών προτερημάτων έναντι της θεωρίας της έννομης σχέσης 7 , δεν κατόρθω- σε να επικρατήσει. 1. Χρησιμοποιείται παραλλήλως και η ορολογία Ποινική Δικονομία (βλ. π.χ. I. Ζησιάδη, τ. Α΄, σελ. 8). 2. Βλ. Ν. Ανδρουλάκη, σελ. 28 επ.· πρβλ. και Ν. I. Σαρίπολο, τ. Δ’, σελ. 6 επ.· επίσης Ι. Μανωλεδάκη, Σχε- τικά με τη φύση της ποινικής δίκης, Αρμ., 1977, σελ. 710. 3. Όπως, όμως, σωστά επισημαίνει ο Ν. Ανδρουλάκης πρόκειται για ζήτημα που έχει μικρή πρακτική ση- μασία (βλ. σελ. 41, αρ. περ. 60). 4. Διατυπώθηκε από τον Bülow στο έργο του Die Lehre von der Prozeßeinreden und Prozeßvorausset- zungen, 1868. 5. Η θεωρία αυτή γίνεται δεκτή –με ειδικότερες επιφυλάξεις– από τους Ν. Ανδρουλάκη, ό.α., Κ. Βουγιού- κα, τ. I. σελ. 31 επ., Η. Γάφο, τχ. Α΄, σελ. 28 επ., Χ. Δέδε, σελ. 71 επ. και Ι. Ζησιάδη, τ. Α΄, σελ. 73 επ. 6. Διατυπώθηκε από τον Goldschmidt στο έργο του Der Prozeß als Rechtslage, 1925 (1962, 1986). 7. Βλ. τους συγγραφείς της σημ. 5, καθώς και I. Μανωλεδάκη, ό.α., σελ. 705.

RkJQdWJsaXNoZXIy NDg3NjE=