ΠΟΙΝΙΚΟ ΔΙΚΟΝΟΜΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ

ΕΙΣΑΓΩΓΗ 5 Β. Η διπλή αποστολή του Ποινικού Δικονομικού Δικαίου Η αναζήτηση των δραστών των τελούμενων εγκλημάτων δεν είναι κατά κανόνα ευχε- ρής, γιατί τα εγκλήματα τελούνται συνήθως με συνθήκες πλήρους μυστικότητας και οι δρά- στες καταβάλλουν κάθε δυνατή προσπάθεια για να καλύψουν την ενοχή τους. Εκτός από αυτό, μερικές κατηγορίες εγκλημάτων, που αποτελούν «προϊόντα» του σύγ- χρονου πολιτισμού (οικονομικά εγκλήματα, εγκλήματα μέσω τεχνολογικών επιτεύξεων κλπ) παρουσιάζουν τόσο πολύπλοκη δομή, ώστε η ανεύρεση του πραγματικού υπαιτίου να είναι δυνατή μόνο σε προχωρημένα στάδια της ανακριτικής διαδικασίας. Έτσι είναι δυνατόν, σε αρκετές περιπτώσεις, να θεωρηθούν ύποπτοι τέλεσης ορισμένου εγκλήματος και, ενδεχομένως, να κατηγορηθούν και αθώοι. Όμως το ποινικό δικονομικό δίκαιο δεν ενδιαφέρεται μόνο για την ανακάλυψη και τη μη διαφυγή των ενόχων· εξίσου ενδιαφέρεται και για την προστασία των αθώων από τις άδικες υπόνοιες ή κατηγορίες 14 . Διπλή, επομένως, είναι η αποστολή τον ποινικού δικονομικού δικαίου: Αναζήτηση και ανακάλυψη των πραγματικών ενόχων των τελούμενων εγκλημάτων και επιβολή σε αυ- τούς των νόμιμων κυρώσεων -Προστασία όσων άδικα κατηγορούνται ως ένοχοι. Γι’ αυ- τόν ακριβώς τον λόγο και η διαμόρφωση των επί μέρους δικονομικών θεσμών πρέπει να συμφωνεί με αυτό το ζεύγμα. εν δικαίω ειρήνη απόφαση για το αξιόποινο του κατηγορουμένου. Ειδικότερα στην αλλοδαπή ποινική δικονομική θεωρία υποστηρίζονται και άλλες συναφείς απόψεις σχετικά με τους σκοπούς της ποινικής δίκης, όπως η αλήθεια και η δικαιοσύνη (βλ. π.χ. Eb. Schmidt, Teil I, αρ. 329, Peters, σελ. 82, Roeder, σελ. 23), αλλά και η ασφάλεια του δικαίου (βλ. π.χ. Stock, Das Ziel des Strafverfahrens, Mezger-FS 1954, σελ. 429 επ., Schlüchter, σελ. 2, Foregger - Fabrizy, σελ. 1, πρβλ και Kindhäuser, αρ. περ. 8-13) ή η ορθή απόφαση (βλ. π.χ. Kramer, σελ. 25 με περαιτέρω παραπομπές). Ασφαλώς σε εσφαλμένη αντί- ληψη του κειμένου μου βασίζεται η παρατήρηση του Α. Κωστάρα (βλ. Ποιός είναι τελικά ο σκοπός της ποινικής δίκης; Μνήμη II, σ. 613, σημ. 29), ότι τάχα αφήνεται αναπάντητο το ερώτημα, αν αρκεί η συν- δρομή και ενός μόνον επί μέρους σκοπού ή απαιτείται η σωρευτική συνδρομή όλων. Η απάντηση βέ- βαια δίνεται και συνίσταται στην παράλληλη επιδίωξη και των δύο σκοπών. Αντιθέτως, η άποψη που υποστηρίζεται από τον ανωτέρω συγγραφέα (βλ. σ. 623), δηλαδή ότι «η εμπέδωση της έννομης ει- ρήνης» είναι ο μοναδικός σκοπός της ποινικής δίκης παραγνωρίζει την ύψιστη σημασία της αξίας της πραγμάτωσης της ποινικής δικαιοσύνης, προς την οποία θα πρέπει να κατατείνει κάθε σύστημα απο- νομής δικαιοσύνης· διαφορετικά, αν δηλαδή διαπιστώνεται έλλειμμα δικαιοσύνης, η εξασφάλιση της ειρηνικής κοινωνικής διαβίωσης θα βαρύνεται με το στίγμα της δικαστικής αδικίας. Γι’ αυτό τον λόγο η εξασφάλιση της κοινωνικής ειρήνης, χωρίς την παράλληλη πραγμάτωση της ποινικής δικαιοσύνης, μπορεί να γίνεται δεκτή μόνο κατ’ εξαίρεση, εφόσον η παράλληλη επίτευξη και των δύο σκοπών είτε δεν καθίσταται εφικτή είτε προσκρούει και σε άλλες θεμελιώδεις αξίες (βλ. χαρακτηριστικό παράδειγ- μα στη δικαιοπολιτική στάθμιση της επανάληψης της διαδικασίας υπέρ του καταδικασθέντος αφενός και κατά του αθωωθέντος αφετέρου). Βλ. επίσης Χ. Σατλάνη, Αλήθεια και Δικαιοσύνη ως πρωταρχι- κοί σκοποί της Ποινικής Διαδικασίας μέσα από παραδείγματα. 14. Βλ. Χ. Γιώτη, Ποινικοί Κώδικες και Πράξις, 1961, σελ. 101.

RkJQdWJsaXNoZXIy NDg3NjE=