ΚΡΑΤΙΚΕΣ ΕΝΙΣΧΥΣΕΙΣ & ΚΟΙΝΩΦΕΛΕΙΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ
ΚΡΑΤΙΚΕΣ ΕΝΙΣΧΥΣΕΙΣ & ΚΟΙΝΩΦΕΛΕΙΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ 42 α. Η χορήγηση οικονομικού πλεονεκτήματος και η αρχή του «ιδιώτη επενδυτή» Πλεονέκτημα, κατά την έννοια του άρθρου 107 παρ. 1 της ΣΛΕΕ, είναι κάθε οικονο- μικό όφελος το οποίο δεν θα μπορούσε να αποκομίσει μία επιχείρηση υπό τις συ- νήθεις συνθήκες της αγοράς, δηλαδή ελλείψει κρατικής παρέμβασης 156 . Στο πλαί- σιο αυτής της προϋπόθεσης, σε ένα πρώτο στάδιο, θα εξεταστεί η αντικειμενική έννοια του πλεονεκτήματος, δηλ. η μορφή που μπορεί να λάβει η χορηγούμενη ενί- σχυση (i) και, ακολούθως, κατά πόσον το όφελος που προκύπτει για τη δικαιούχο επιχείρηση θα μπορούσε ή όχι να αποκομιστεί υπό τις συνήθεις συνθήκες της αγο- ράς, υπό το πρίσμα της αρχής του ιδιώτη επενδυτή (ii) και της μεθοδολογίας που ακολουθείται κατά την εφαρμογή του (iii). i. Η αντικειμενική μορφή του πλεονεκτήματος Καταρχάς, την κατεξοχήν μορφή κρατικής ενίσχυσης συνιστούν οι κάθε είδους επι- δοτήσεις από τον κρατικό προϋπολογισμό ή άλλους έκτακτους κρατικούς πόρους προς ιδιωτικές ή δημόσιες επιχειρήσεις 157 . Ωστόσο, το ∆ΕΚ από πολύ νωρίς δεν περιορίστηκε σε αυτό το προφανές εννοιολογικό περιεχόμενο, αλλά ακολούθησε μία ευρεία προσέγγιση θεωρώντας ότι, η έννοια της ενίσχυσης περιλαμβάνει, όχι μόνον τις θετικές παροχές, όπως είναι οι κατά κυριολεξία επιδοτήσεις, αλλά και τις παρεμβάσεις οι οποίες, ανεξαρτήτως μορφής, ελαφρύνουν τις συνήθεις επιβα- ρύνσεις του προϋπολογισμού μιας επιχείρησης και κατά συνέπεια, χωρίς να είναι επιδοτήσεις υπό τη στενή έννοια του όρου, είναι της ιδίας φύσης ή έχουν τα ίδια αποτελέσματα 158 . Συνεπώς, αυτό που έχει σημασία είναι μόνο το αποτέλεσμα του μέτρου στην επι- χείρηση και όχι η αιτία ούτε ο στόχος της κρατικής παρέμβασης. ∆ηλαδή, κάθε φορά που η οικονομική κατάσταση μιας επιχείρησης βελτιώνεται ως αποτέλεσμα της κρατικής παρέμβασης υπό όρους που διαφέρουν από τις κανονικές συνθήκες της αγοράς, υφίσταται πλεονέκτημα, για την αξιολόγηση της ύπαρξης του οποίου, θα πρέπει να συγκριθεί η οικονομική κατάσταση της επιχείρησης μετά το μέτρο με την οικονομική της κατάσταση εάν δεν είχε ληφθεί το μέτρο 159 . ∆εδομένου δε, ότι κρίσιμο είναι μόνο το αποτέλεσμα του μέτρου στην επιχείρηση, δεν ασκεί έν- 156. ∆ΕΚ της 11ης Ιουλίου 1996, C-39/94, SFEI και λοιποί, Συλλ. 285, σκ. 60 και της 29ης Απριλίου 1999, C-342/96, Ισπανία κατά Επιτροπής, , Συλλ. 210, σκ. 41. 157. ∆ΕΚ της 23ης Φεβρουαρίου 1961, C-30/59, De gesamenlijke Steenkolenmijnen in Limburg κατά Ανωτάτης Αρχής της ΕΚΑΧ, Συλλ. 549 (556), που ορίζει την επιδότηση ως παροχή σε χρήμα ή σε είδος που χορηγείται για την υποστήριξη επιχείρησης, πέραν της πληρωμής, από τον αγοραστή ή τον καταναλωτή, των υπηρεσιών και αγαθών που αυτή παράγει. 158. ΠΕΚ της 13ης Ιουνίου 2000, Τ-204/97 και 270/97 (συνεκδ.), EPAC κατά Επιτροπής, Συλλ. ΙΙ-2267, σκ. 65. 159. ∆ΕΚ της 2ας Ιουλίου 1974, C-173/73, Ιταλία κατά Επιτροπής, Συλλ. 71, σκ. 13.
Made with FlippingBook
RkJQdWJsaXNoZXIy NDg3NjE=