ΚΡΑΤΙΚΕΣ ΕΝΙΣΧΥΣΕΙΣ & ΚΟΙΝΩΦΕΛΕΙΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

ΚΡΑΤΙΚΕΣ ΕΝΙΣΧΥΣΕΙΣ & ΚΟΙΝΩΦΕΛΕΙΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ 46 κονομικών συναλλαγών που διενεργούνται από δημόσιους οργανισμούς πραγματο- ποιούνται ή όχι υπό συνήθεις συνθήκες της αγοράς και, ως εκ τούτου, κατά πόσον συνεπάγονται τη χορήγηση πλεονεκτήματος. Εξάλλου, όπως προκύπτει από τη νομολογία του ∆ικαστηρίου, προκειμένου να κα- ταλήξουμε στην εφαρμογή της αρχής του ιδιώτη επενδυτή κατά την εκτίμηση της συμπεριφοράς του ∆ημοσίου, θα πρέπει προηγουμένως να διακρίνουμε μεταξύ δύο περιπτώσεων: εκείνων στις οποίες η παρέμβαση του ∆ημοσίου έχει οικονομι- κό χαρακτήρα και εκείνων στις οποίες η παρέμβαση του ∆ημοσίου αφορά πράξεις δημόσιας εξουσίας 177 . Το κριτήριο του ιδιώτη επενδυτή εφαρμόζεται μόνο στην πρώτη περίπτωση όπου το ∆ημόσιο δρα ως fiscus και καλύπτει τις καταστάσεις στις οποίες οι δημόσι- ες αρχές μετέχουν στο κεφάλαιο επιχείρησης 178 , χορηγούν δάνειο σε ορισμένες επιχειρήσεις 179 , χορηγούν κρατική εγγύηση 180 , πωλούν προϊόντα ή υπηρεσίες στην αγορά 181 και παρέχουν διευκολύνσεις για την καταβολή ασφαλιστικών εισφο- ρών 182 . Σε αυτές τις περιπτώσεις, το κριτήριο του ιδιώτη επενδυτή ασκεί επιρ- ροή, διότι η συμπεριφορά του ∆ημοσίου ενδέχεται να εκδηλωθεί, τουλάχιστον, κα- ταρχήν, από ιδιωτική επιχείρηση επιδιώκουσα κερδοσκοπικό σκοπό 183 . Αντίθετα, το κριτήριο του ιδιώτη επενδυτή δεν ασκεί επιρροή όταν η παρέμβαση του ∆ημο- σίου έχει τον χαρακτήρα πράξης της δημόσιας εξουσίας, όπως είναι η φορολογι- κή ή η κοινωνική πολιτική διότι, σε τέτοιες περιπτώσεις, δεν είναι δυνατόν ένας ιδιώτης επιχειρηματίας που επιδιώκει κερδοσκοπικό σκοπό να ενεργήσει όπως και το ∆ημόσιο και, ως εκ τούτου, δεν μπορεί να συγκριθεί με αυτό. Πάντως, για να εκτιμηθεί αν τα μέτρα που έλαβε το ∆ημόσιο εμπίπτουν στις προνομίες δημόσιας εξουσίας των οποίων απολαύει ή απορρέουν από τις υποχρεώσεις που έχει ανα- λάβει ως μέτοχος, τα μέτρα αυτά δεν πρέπει να αξιολογηθούν βάσει της μορφής τους, αλλά βάσει της φύσης τους, του αντικειμένου τους ή των κανόνων στους 177.  ∆ΕΚ της 14ης Σεπτεμβρίου 1994, C-278/92 έως C-280/92 (συνεκδ.), Ισπανία κατά Επιτροπής, Συλλ. Ι-4103, σκ. 22, και ∆ΕΚ της 28ης Ιανουαρίου 2003, C-334/99, Γερμανία κατά Επιτροπής, Συλλ. I -1139, σκ. 134. 178.  ∆ΕΚ της 10ης Ιουλίου 1986, 234/84, Βέλγιο κατά Επιτροπής, Συλλ. 2263, σκ. 14 και της 21ης Μαρτίου 1991, C-305/89, Alfa Romeo, Συλλ. I-1603, σκ. 19. 179.  ∆ΕΚ της 14ης Φεβρουαρίου 1990, C-301/87, Boussac, Συλλ. I-307, σκ. 38 έως 41 και ΠΕΚ της 30ής Απριλίου 1998, T-16/96, Cityflyer Express κατά Επιτροπής, Συλλ. II-757, σκ. 8 και 51) 180.  ΠΕΚ της 13ης Ιουνίου 2000, T-204/97 και T-270/97 (συνεκδ.), EPAC κατά Επιτροπής, Συλλ. II-2267, σκ. 67 και 68. 181.  ∆ΕΚ της 2ας Φεβρουαρίου 1988, 67/85, 68/85 και 70/85 (συνεκδ.), Van der Kooy κ.λπ . κατά Επιτροπής, Συλλ. 219, σκ. 28 έως 30, της 29ης Φεβρουαρίου 1996, C-56/93, Βέλγιο κατά Επιτροπής, Συλλ. I-723, σκ. 10 και της 11ης Ιουλίου 1996, C-39/94, SFEI κ.λπ. , Συλλ. I-3547, σκ. 59 έως 62. 182.  ∆ΕΚ της 29ης Απριλίου 1999, C-342/96, Ισπανία κατά Επιτροπής, Συλλ. I-2459, σκ. 46. 183.  Szyszczak E. «The survival of the Market Economy Investor Principle in Liberalised Markets», EstAL 1/2011, σελ. 35.

RkJQdWJsaXNoZXIy NDg3NjE=