Η ΣΧΕΣΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑΣ ΚΑΙ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑΣ ΤΟΥ ΣΤΕ

Η Σχέση Πολιτικής ∆ικονομίας και ∆ικονομίας του ΣτΕ 36 η έκταση της εφαρμογής του άρθρου 40. Η διαπίστωση αυτή αποκτά άλλη βαρύτητα αν αναλογιστεί κανείς ότι όλες οι αποφάσεις τις οποίες εκδίδει το Συμβούλιο της Επικρατείας είναι αμετάκλητες με αποτέλεσμα να μην μπορεί να ελεγχθεί η ορθότητα της παραπομπής ή μη στη πολιτική δικονομία όπως συμβαίνει με τα ∆ιοικητικά Εφετεία που εκδικάζουν ακυρωτικές διαφορές και εφαρμόζουν το Π∆ 18/1989 των οποίων οι αποφάσεις προσβάλλονται ενώπιον του ΣτΕ με έφεση και επομένως μπορεί το ΣτΕ να ελέγξει αν στη μείζονα πρόταση έπρεπε ή όχι να συμπεριληφθεί το άρθρο 40. Ι. Χρήση νομοθετικών παραπομπών 1. Ν 3713/1928 Σε εφαρμογή των άρθρων 102-105 του Συντάγματος του 1927 ο Ν 3713/1928 ίδρυσε το Συμβούλιο της Επικρατείας με τη μορφή που είναι γνωστό σήμε- ρα. Υπό τον νόμο αυτόν το ΣτΕ οργανώνονταν σε δύο τμήματα (Α και Β) και σε σχηματισμό Ολομελείας. Ο νόμος προέβλεπε δύο παραπεμπτικές διατάξεις. Το άρθρο 34 στη ποινική δικονομία το οποίο εφαρμόζονταν στο Α’ Τμήμα το άρθρο 40 στη πολιτική δικονομία που εφαρμόζονταν στο Β Τμήμα ενώ ιδιό- μορφη ήταν η συμπλήρωση των κανόνων που εφάρμοζε το ∆ικαστήριο σε σχηματισμό Ολομέλειας. Έχει εξαιρετικό ενδιαφέρον η προσπάθεια κατανοήσεως αυτού του ουσια- στικά τριπλού συστήματος συμπληρώσεως των κανόνων του Ν 3713/1928. Το Α’ Τμήμα ήταν αρμόδιο για την επεξεργασία των σχεδίων των κανονιστι- κών διαταγμάτων και για την εκδίκαση των κατά το άρθρο 114 του Συντάγμα- τος του 1927 προσφυγών κατά αποφάσεων περί απολύσεως ή υποβιβασμού διοικητικών υπαλλήλων (άρθρο 22 Ν 3713/1928) Για την διαδικασία αυτή το άρθρο 34 79 θέσπισε τη μόνη στην εν γένει διοικητική δικονομία ρητή και απο- κλειστική παραπομπή στη ποινική δικονομία 80 που εφαρμόζεται στον Άρειο Πάγο. Σημειώνεται, ότι η παραπεμπτική διάταξη δεν αυτονομείται ούτε σε επίπεδο άρθρου ούτε καν σε επίπεδο περιόδου. Ακολουθεί αμέσως τη ρύθ- μιση για τη συζήτηση. Περιλαμβάνει γενική ρήτρα «κατά τα λοιπά» και ακο- λουθεί η ενδεικτική απαρίθμηση «και δη» ήσσονος σημασίας ζητημάτων με 79.  Άρθρο 34 εδ. β’ Ν 3713/1928:«Η συζήτησις άρχεται δι’ αναλυτικής εκθέσεως του εισηγητού, εφαρμόζονται δε κατά τα λοιπά εν τη διαδικασία ταύτη αναλόγως αι δια- τάξεις της παρ’ Αρείω Πάγω διαδικασίας επί ποινικών υποθέσεων και δη ως προς τε την τάξιν της συζητήσεως (πλην της αγορεύσεως του Εισαγγελέως, μη υπάρχο- ντος ενταύθα), την ευταξίαν του ακροατηρίου, την κατάρτισιν των αποφάσεων και των πρακτικών, τους λόγους και την διαδικασίαν εξαιρέσεως δικαστών, ως και τα έξοδα και τέλη εκκαθαριζόμενα κατά τον αυτόν τρόπον εις βάρος του υπάλληλου εν περιπτώσει ήττης αυτού». 80.  Η. Καμπίτσης , Κανόνες…, ό.π., σ. 13.

RkJQdWJsaXNoZXIy NDg3NjE=