Η ΣΧΕΣΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑΣ ΚΑΙ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑΣ ΤΟΥ ΣΤΕ
Κεφάλαιο 2 37 εξαίρεση τον θεσμό της εξαιρέσεως των δικαστών. Από το γράμμα της δια- τάξεως «εν τη διαδικασία ταύτη» εκ πρώτης όψεως φαίνεται η παραπομπή να καλύπτει μόνο τη διαδικασία της συζητήσεως. Από τη συστηματική ερμη- νεία του κεφαλαίου το οποίο επιγράφεται «Γ’ . ∆ιαδικασία υποθέσεων Α’ τμή- ματος» ορθότερη η γνώμη ότι έχει γενική εφαρμογή σε ολόκληρη αυτή τη διαδικασία. Ποιος είναι όμως ο λόγος προβλέψεως παραπομπής στη ποινική δικονομία και διασπάσεως του συνήθως συμβαίνοντος στους διοικητικούς δικονομι- κούς νόμους 81 της ευρύτερης χρονικής περιόδου έως τη δικτατορία των Απριλιανών 82 , τη στιγμή μάλιστα που τα ρητώς τουλάχιστον παραπεμπόμε- να ζητήματα είναι περιφερειακά και ήσσονος σημασίας; Μία κατανοητή αλλά όχι και τόσο πειστική ερμηνεία εντοπίζεται στο ότι η δικαστική αρμοδιότητα του τμήματος ήταν η εκδίκαση υποθέσεων πειθαρχικού δικαίου το οποίο ως εκ της φύσεώς του είναι συγγενές με το ποινικό δίκαιο και μοιράζεται με αυτό κάποιες θεμελιώδεις αρχές 83 . Παρ’ όλα αυτά, το επιχείρημα αυτό δεν παρίσταται ισχυρό ώστε να δικαιολογήσει την εξαιρετική αυτή παραπομπή. Αυτό αποδεικνύεται από το γεγονός ότι μολονότι με την μεταβολή της δι- κονομίας του ΣτΕ με το Ν∆ 170/1973 το σύστημα της παραπομπής διατηρή- θηκε η παραπομπή στη ποινική δικονομία καταργήθηκε. Η μη δικαιολόγηση δεν οφείλεται μόνο στο ότι πρόκειται για ζητήματα ήσσονος σημασίας αλλά κυρίως στο ότι τα ζητήματα αυτά είναι τεχνικά μη συνδεόμενα δηλαδή με τον χαρακτήρα και τη φύση αποκλειστικά του κάθε είδους δίκης (ποινικής, δίκης στο ΣτΕ κ.λπ .) αλλά έχουν τον αυτό σκοπό σε όλες τις δικονομίες [χα- ρακτηριστικό παράδειγμα ο θεσμός της εξαιρέσεως των δικαστών] και ρυθ- μίζονται με παρόμοιο τρόπο. Το Β’ τμήμα ήταν αρμόδιο (άρθρο 22 Ν 3713/1928) για την εκδίκαση των δια- φορών του αμφισβητούμενου διοικητικού είτε σε πρώτο και τελευταίο βαθ- μό, είτε κατ’ έφεση ή αναίρεση. Παρατηρείται λοιπόν ότι στη πρώτη φάση λειτουργίας του ΣτΕ στα δύο τμήματα του όπου και προβλέπονταν ρητές και άμεσες παραπομπές σε άλλους δικονομικούς νόμους δεν εκδικάζονταν αιτή- σεις ακυρώσεως 84 . Η κατάσταση άλλαξε με το Ν∆ 3830/1958 οπότε και το Β΄ τμήμα είχε αρμοδιότητα να εκδικάσει αιτήσεις ακυρώσεως. Τη συμπλήρω- ση της διαδικασίας ενώπιον του Β’ τμήματος προέβλεψε το άρθρο 40 παρ. 2 81. Η. Καμπίτσης , Κανόνες…, ό.π., σ. 29. 82. Το χρονικό διάστημα δεν είναι απόλυτο. Τέθηκε διότι επί δικτατορίας άλλαξε η δι- κονομία του Συμβουλίου της Επικρατείας. 83. Για τη σχέση διοικητικού και ποινικού δικαίου βλέπε αντί άλλου G. Dellis , Droit pénal et droit administratif: l'influence du droit pénal sur le droit administratif répressif 1997. 84. M. Στασινόπουλος , ∆ίκαιο ∆ιοικητικών διαφορών.., ό.π., σ.142 επ.
Made with FlippingBook
RkJQdWJsaXNoZXIy NDg3NjE=