ΠΟΙΝΙΚΟ ΔΙΚΟΝΟΜΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ
8 ΠΟΙΝΙΚΟ ΔΙΚΟΝΟΜΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ σότερη ελευθερία να οδηγεί σε μικρότερη ασφάλεια και αντιστρόφως η μεγαλύτερη ασφά- λεια να μειώνει την ελευθερία. Ασφαλώς, βέβαια, ο ισορροπημένος συνδυασμός των δύο αυτών αξιών αποτελεί την ιδανική προσδοκία και προς αυτή την κατεύθυνση κινείται και το Ποινικό Δικονομικό Δί- καιο άλλοτε με επιτυχία και άλλοτε όχι. Με αυτή τη σκέψη εξηγούνται οι επί μέρους διατάξεις, με τις οποίες καταβάλλεται προ- σπάθεια να προστατεύεται τόσο η ασφάλειά μας έναντι των εγκληματικών προσβολών όσο και η ελευθερία μας έναντι των οργάνων που επιδιώκουν την ανακάλυψη και τιμωρία των δραστών των προσβολών αυτών. Όμως, όπου δεν μπορούμε να επιτύχουμε τον ιδανικό συνδυασμό, πρέπει να αποδεχόμαστε ως προτιμότερη την εξασφάλιση της ελευθερίας, αν και γνωρίζουμε (και οφείλουμε να το έχουμε συνειδητοποιήσει) ότι με την αντίστοιχη ρύθ- μιση μειώνουμε την ασφάλειά μας. Δυστυχώς και εδώ ισχύει η πρακτική αρχή ότι όσο πε- ρισσότερη ελευθερία κερδίζουμε τόσο μικρότερη ασφάλεια έχουμε και αντιστρόφως όσο περισσότερη ασφάλεια επιτυγχάνουμε τόσο μικρότερη ελευθερία διατηρούμε. ΣΤ. Η αξία των δικονομικών τύπων Για τον σκοπό ακριβώς αυτόν το Ποινικό Δικονομικό Δίκαιο δεν αφήνει εντελώς ελεύ- θερη τη δράση των κρατικών οργάνων, αλλά την περιορίζει αισθητά με μια σειρά διατυ- πώσεων, τις οποίες υποχρεούνται να τηρούν κατά την άσκηση της δραστηριότητάς τους. Οι δικονομικοί αυτοί τύποι επιτελούν κατ αυτόν τον τρόπο ουσιώδη προστατευτική -κατά βάση- λειτουργία για τα άτομα και, επομένως, ευστόχως αποκαλούνται «προστατευτικοί τύποι» 23 . Επειδή, εφόσον τα κρατικά όργανα οφείλουν να ακολουθούν τους καθοριζόμε- νους για κάθε ενέργειά τους τύπους, δεν μπορούν να δρουν αυθαιρέτως ή επιπολαίως. Εί- ναι, ασφαλώς, δυνατόν σε αρκετές περιπτώσεις η ευλαβής τήρηση των δικονομικών τύ- πων να επιφέρει δυσχέρεια ή, ακόμα, και ματαίωση της δράσης των κρατικών οργάνων με ενδεχόμενη συνέπεια την παρακώλυση ή και την αδυναμία πραγματοποίησης της απο- στολής του Ποινικού Δικονομικού Δικαίου. Ωστόσο όμως η τήρηση των τύπων παρίστα- ται αναγκαία, όχι μόνο γιατί παρεμποδίζουν την αυθαιρεσία ή την επιπολαιότητα των κρα- τικών οργάνων, θύμα της οποίας μπορεί να είναι καθένας από εμάς ανεξαρτήτως ενοχής ή αθωότητας, αλλά και επειδή -όπως γίνεται γενικά δεκτό- είναι προτιμότερη η μη τιμωρία ενός ενόχου από την καταδίκη ενός αθώου 24 . Εξάλλου, είναι ανάγκη να τονισθεί παράλληλα πως όσα ανωτέρω αναφέρθηκαν δεν ισχύουν στην ίδια έκταση και αναφορικά με τους τύπους που καθορίζουν την άσκηση των ένδικων μέσων των διαδίκων και ιδίως του κατηγορουμένου, επειδή εδώ αντιθέτως αποκτά μεγαλύτερη σημασία η εξασφάλιση των δικαιωμάτων δικαστικής προστασίας και ακρόασης (άρθρο 20, παρ. 1Σ) και πρόσβασης σε δικαστήριο (άρθρο 6, παρ. 1 ΕΣΔΑ) 23. Βλ. Ν. Ανδρουλάκη, σελ. 27 επ. 24. Διατηρεί αμείωτη μέχρι σήμερα την αξία της η παλαιότατη ρήση του Ουλπιανού «Κάλλιον γάρ εστίν, ανεκδίκητον μένειν τον αμαρτήσαντα, ήπερ τον αναίτιον καταδικάζεσθαι», την οποία ο Κ. Τσουκαλάς, είχε θέσει στην προμετωπίδα του έργου του «Ερμηνεία Ποινικής Δικονομίας».
Made with FlippingBook
RkJQdWJsaXNoZXIy NDg3NjE=