ΠΟΙΝΙΚΟ ΔΙΚΟΝΟΜΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ
ΕΙΣΑΓΩΓΗ 9 Δηλαδή, οι δικονομικοί τύποι που επιδιώκουν απλώς την οργανωμένη πορεία της δί- κης δεν επιτρέπεται να οδηγούν σε φαλκίδευση της άσκησης των ως άνω θεμελιωδών δι- καιωμάτων, αλλά θα πρέπει να ερμηνεύονται προς την κατεύθυνση παροχής της δυνατό- τητας εξέτασης στην ουσία τους των σχετικών ισχυρισμών των διαδίκων και κυρίως του κατηγορουμένου. Ζ. Σχέση με το Ουσιαστικό Ποινικό Δίκαιο και απορρέουσες συνέπειες Ποιες πράξεις ή παραλείψεις των ανθρώπων αποτελούν εγκλήματα και ποια η αντίστοι- χη μεταχείριση των δραστών τους, προβλέπονται και καθορίζονται από το Ποινικό Ουσι- αστικό Δίκαιο- είναι λοιπόν πρόδηλη η στενή σχέση και αλληλεξάρτηση των δύο αυτών κλάδων. Και γίνεται πιο στενή, αν σκεφθεί κανείς ότι η πραγμάτωση του Ποινικού Ουσια- στικού Δικαίου μόνο με το Ποινικό Δικονομικό Δίκαιο μπορεί να λάβει χώρα. Και αυτό επειδή η διάγνωση για το αν ορισμένη ανθρώπινη συμπεριφορά αποτελεί ή όχι έγκλημα και για το αν ο φερόμενος ως δράστης είναι ο πραγματικός ή όχι ένοχος, κα- θώς και ο καθορισμός της αρμόζουσας μεταχείρισης του κρινόμενου ως ενόχου του εγκλή- ματος, μόνο μέσω των ειδικά γι αυτόν τον σκοπό καθιδρυμένων κρατικών οργάνων και βάσει της προβλεπόμενης διαδικασίας είναι νοητή στα σύγχρονα κράτη δικαίου («ουδε- μία ποινή άνευ δίκης») 25 . Η τόσο στενή αυτή σχέση και αλληλεξάρτηση μεταξύ Ουσιαστικού και Δικονομικού Ποινικού Δικαίου οδηγεί αναγκαστικά στο συμπέρασμα πως και στο Δικονομικό Ποινικό Δίκαιο επιβάλλεται να ισχύουν οι συνέπειες που απορρέουν από το θεμελιώδες αξίωμα του Ουσιαστικού Ποινικού Δικαίου «ουδεμία ποινή άνευ νόμου», που κατοχυρώνεται και με τη διάταξη του άρθρου 7, παρ. 1, εδ. α΄ Σ., καθόσον αφορά τουλάχιστον στη μη χειρο- τέρευση της θέσης του κατηγορουμένου ως δράστη ορισμένου εγκλήματος. Έτσι, αντιθέτως με τη σχεδόν παγίως κρατούσα άποψη, που αποδέχεται αδιακρίτως την αναδρομική εφαρμογή των ποινικών δικονομικών διατάξεων, θα πρέπει - κατά την άπο- ψή μου- να γίνεται δεκτό ότι: α) Απαγορεύεται η αναλογία εις βάρος του κατηγορουμένου, ενώ επιτρέπεται προς το συμφέρον ή όφελος αυτού. β) Απαγορεύεται η αναδρομική ισχύς νεότερου ποινικού δικονομικού νόμου εις βάρος του κατηγορουμένου 26 , ενώ επιτρέπεται υπέρ αυτού. 25. Βλ. και άρθρα 10 - 11 της Οικουμενικής Διακήρυξης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Όπως σωστά επισημαίνει ο Κ. Σταμάτης (βλ. Η προκαταρκτική εξέταση στην ποινική διαδικασία και οι αρχές της νο- μιμότητας και της σκοπιμότητας, 1984, σελ. 3) η θεμελιώδης αυτή αρχή στηρίζεται και στο άρθρο 96 παρ. 1 Σ. Επίσης, σωστά γίνεται δεκτό ότι η ανωτέρω αρχή απορρέει και από τα άρθρα 5 και 6 Ε.Σ.Δ.Α. (βλ. σχετικά Kley- Struller, Art. 6 EMRK als Rechtsschutzgarantie gegen die öffentlicle Gewalt, 1993). 26. Βλ. ωστόσο αντιθέτως ΑΠΟλ 2/2014, ΠοινΔικ 2014, σ. 112 επ. και υπ αυτήν παρατηρήσεις Δημήτραι- να, Συμβ. Εφ. Θρ. 71/1990, Υπερ. 1991/214 επ. με περαιτέρω παρατηρήσεις Μπέκα, Συμβ. Πλημμ. Θεσσ. 370/1991, Υπερ. 1991/664 επ. καθώς και αναλυτική επισκόπηση για το όλο θέμα σε Ε. Φυτρά- κη, Η απαγόρευση της αναδρομικότητας στην Ποινική Δικονομία, 1998, σελ. 149 επ.
Made with FlippingBook
RkJQdWJsaXNoZXIy NDg3NjE=